Η έκθεση - πόρισμα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης Λέανδρου Ρακιντζή, σχετικά με το ριφιφί στην Εθνική Πινακοθήκη και την κλοπή του μοναδικού πίνακα του Πικάσο που βρισκόταν στην Ελλάδα, αλλά και δύο πινάκων του Μοντριάν, προκαλεί οργή και αγανάκτηση, καθώς καταδεικνύει το μέγεθος της εγκληματικής αδιαφορίας των υπευθεύνων για την προστασία τόσο σπουδαίων καλλιτεχνικών θησαυρών.
Το κλιμάκιο ελέγχου, που πήρε εντολή από τον κ. Ρακιντζή να πραγματοποιήσει την έρευνα της υπόθεσης με αυτοψία του χώρου και εξέταση της διευθύντριας Μαρίνας Λαμπράκη - Πλάκα, του διευθυντή διοικητικού - λογιστικού Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, του στελέχους Μαρίνας Μακρή και ένορκες καταθέσεις από τον αρχιφύλακα της Πινακοθήκης, τον πρόεδρο του συλλόγου εργαζομένων και τον υπεύθυνο της εταιρείας σεκιούριτι, έφερε στο φως όλα τα χρόνια προβλήματα και τις αμέλειες σχετικά τόσο με την συντήρηση των συστημάτων συναγερμού όσο και την εκπαίδευση και συγχρονισμό των ανθρώπων που είχαν επιφορτιστεί με την διασφάλιση των καλλιτεχνικών μας θησαυρών.
Το καταληκτικό συμπέρασμα της έκθεσης ολοκληρώθηκε στις 21 Μαρτίου και παραδόθηκε στον κ. Ρακιντζή, ο οποίος συμπεραίνει ότι, με λίγα λόγια, η Εθνική Πινακοθήκη ήταν ξέφραγο αμπέλι! «Προκύπτει ότι η διοίκηση της Εθνικής Πινακοθήκης και οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού δεν είχαν επαρκώς αξιολογήσει τον κίνδυνο πιθανής διάρρηξης ή κλοπής, και δεν είχαν λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την αποτροπή του. Η διοίκηση της Πινακοθήκης θα έπρεπε να έχει επιδείξει επιμέλεια για την αποτροπή τυχόν διάρρηξης ή κλοπής. Ανακύπτουν ευθύνες...»
Το πόρισμα αναφέρει χαρακτηριστικά:
- Τα συστήματα ασφαλείας τοποθετήθηκαν το 1992 στο πλαίσιο της έκθεσης “Από τον Θεοτοκόπουλο στο Σεζάν”. Το 2000 έγινε βελτίωση και αναβάθμιση του συστήματος. Τα τελευταία 12 χρόνια δεν έγινε το παραμικρό, αν και υπάρχουν τυφλά σημεία στον εξωτερικό χώρο που δεν καλύπτονται από το ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας που είναι εγκατεστημένο».
- Σύμφωνα με τις ένορκες καταθέσεις δεν υπάρχει εγχειρίδιο ή οδηγίες που να αναφέρονται στις ενέργειες των φυλάκων σε περίπτωση ληστείας, κλοπής ή ενεργοποίησης συναγερμού.
- Δεν υπάρχει ενδοεπικοινωνία στην παρούσα περίοδο και η επικοινωνία μεταξύ των φυλάκων γίνεται μέσω των προσωπικών κινητών.
- Δεν υπάρχει online σύνδεση με το υπουργείο Πολιτισμού ή την Αστυνομία. Η Αστυνομία ειδοποιείται από την εταιρεία ΕΡΜΗΣ και όχι από τον φύλακα.
- Οι φύλακες δεν έχουν περάσει ποτέ από ειδική εκπαίδευση που αφορά στον τρόπο με τον οποίο θα γίνεται η φύλαξη και τις ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβούν σε περίπτωση συμβάντος.
- Πολλές φορές χτυπάει ο συναγερμός χωρίς να υπάρχει πραγματικό πρόβλημα επειδή έχουν λήξει οι μπαταρίες και δεν έχουν αντικατασταθεί.
- Οι κασέτες που γράφουν τα συμβάντα, επειδή χρησιμοποιούνται χωρίς να αντικαθίστανται (λόγω έλλειψης χρημάτων), πολλές φορές δεν γράφουν και ως εκ τούτου δεν λαμβάνεται εικόνα ή λαμβάνεται μη ευκρινής εικόνα από τις κάμερες της Πινακοθήκης.
- Πραγματική φύλαξη κάνουν μόνο 11 άτομα, καθώς ένας είναι στην γκαρνταρόμπα, δύο απασχολούνται στο πωλητήριο, ένας στα εισιτήρια, ένας έχει τον συντονισμό και κατά κανόνα ένας θα λείπει για οποιονδήποτε λόγο. Αντίστοιχα το βράδυ απασχολούνται στην καλύτερη περίπτωση δύο νυχτοφύλακες και έτσι αν κάποιος απουσιάζει (άδεια, ασθένεια κ.λπ.) στην Πινακοθήκη παραμένει μόνο ένας.
- Τα τελευταία 12 χρόνια δεν έχουν αντικατασταθεί οι κεντρικοί πίνακες ασφαλείας, που αποτελούν το σημαντικότερο μέρος του συστήματος.
Και όλα αυτά, την στιγμή που η διεύθυνση της Πινακοθήκης ξόδευε αφειδώς τεράστια χρηματικά ποσά για δεξιώσεις, δημόσιες σχέσεις και πολυτελή έπιπλα. Αδιαφορούσε για την αντικατάσταση μπαταριών στα συστήματα συναγερμού, αλλά δεν δίσταζε να σπαταλά κεφάλαια για την προβολή της Πινακοθήκης και την επίπλωσή της με ακριβά αντικείμενα.
Να υπενθυμίσουμε πως η μεγάλη κλοπή έλαβε χώρα τα ξημερώματα της 9ης Ιανουαρίου 2012. Οι δράστες, αφού κατάφεραν να ξεγελάσουν το φύλακα του κτηρίου, εισήλθαν στο χώρο της έκθεσης και αφαίρεσαν την ελαιογραφία «Γυναικείο Κεφάλι» του διάσημου Ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο, το μοναδικό έργο του ζωγράφου που διαθέτει η Εθνική Πινακοθήκη, το οποίο είχε δωρήσει ο ίδιος το '49, δέκα χρόνια αφότου το φιλοτέχνησε. Μαζί μ' αυτό, έκλεψαν και τον πίνακα «Μύλος» του Ολλανδού Πιετ Μοντριάν και ένα έργο σε χαρτί του Ιταλού Guglielmo Caccia (Moncalvo). Ο δράστης εγκατέλειψε μέσα στην πινακοθήκη έναν χαρτοκόπτη με τον οποίο ίσως έκοψε το περίγραμμα των δύο πινάκων, καθώς και ενός ακόμη έργου του Μοντριάν, το «Τοπίο».
Οι δράστες κατάφεραν να αποπροσανατολίσουν τον φύλακα της Πινακοθήκης, καθώς ενεργοποίησαν τουλάχιστον δύο φορές τους συναγερμούς την Κυριακή το βράδυ. Ο φύλακας απενεργοποίησε τους συναγερμούς καθώς θεώρησε ότι ήταν άνευ σημασίας, μίλησε με την εταιρεία σεκιούριτι, η Άμεση Δράση πήγε στην Πινακοθήκη, αλλά τελικά η ενεργοποίηση αποδόθηκε σε πουλιά. Έτσι, τα ξημερώματα οι ληστές ανενόχλητοι παραβίασαν μια γυψοσανίδα στην πλευρά όπου βρίσκεται η καφετέρια της πινακοθήκης και πέρασαν από εκεί στην αίθουσα όπου βρίσκονταν τα έργα. Όταν στις 4.45 ξαναχτύπησε ο εσωτερικός συναγερμός ο φύλακας μπήκε στην κυρίως αίθουσα της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου είδε το δράστη. Όπως κατέθεσε τότε, δεν ήταν οπλισμένος ούτε τον απείλησε, μόνο πέταξε τον ένα πίνακα και έφυγε.